Poems |
![]() |
Poems |

Αριστείδης Τσαούσης
Ο ΕΠΑΧΤΟΣ
| Έπαχτε δροσοϊσκιωτε της γεννησής μου πόλη. | Ο Τάκης Κούμπιος κάποτε, ο Δήμαρχος τ’«αλάνι |
| Στο γρίμποβο και στην ψανή στου Νόβα το περβόλι. | Απόμαχος, και έπινε καφέ μεσ’το λιμάνι, |
| Κυλούνε γάργαρα νερά αμπλάτα αναβλύζουν. | Ερέμβαζε την θάλλασσα απ’ την μικρή πλατεία, |
| Πλατάνια τρέφουν απλωτά και πράσινα ποτίζουν. | Φίνο κουστούμι-παπιγιόν, και έλεγε αστεία. |
| Κάθε σου λόφος πευκωτός κάθε σου τέκνο δρόμος. | Ηρθε γυναίκα και του λέει: Οί πέτρες πα στο κάστρο, |
| Η κάθε μέρα στεναγμός κι’αγιάτρευτος ο πόνος. | Επέσαν κύριε Δήμαρχε. Και πήγενε και φκιάστο. |
| Κάθε πλατεία πλάτανος, κάθε πλατάνι βρύση. | Τιλές κυρά μου λέει αυτός. Τα έργα τα μεγάλα , |
| Κάθε πλατάνι θύμηση, κι’η δίψα δεν θα σβύσει. | Δεν τα μπορούμε πια εμείς. Εδω «μας πέσαν άλλα»! |
| Στο γρίμποβο, και πιο ψηλά, μεσ’τής καλής τον κήπο, | Του Νόβα του Αθάνα-τα ποιήματα γραμμένα, |
| Τότε σαν ήμασταν παιδιά, ψυχές με δίχως γρύπο, | Μας γαργαλάνε τα μυαλά γαργάλισαν και μένα. |
| «όπου γυαλίζει να πατάς», μούλεγ’ο Κίμων, πούσαι, | Τούπ’ ο παππούς μου μια φορά, που κόμμα είχ’αλάξει, |
| Σαν έβλεπε και τίναζα τις λάσπες και γελούσε. | «καβάλα πισωκάπουλα μπήκες σε ξέν’αμάξι». |
| Πάνω στο κάστρο το ορθό στην τάπια του τσαούση, | Αποκριάς ξεφάντωμα, τ’Αη’ Δημητρού παζάρι, |
| Στο καλντερίμη το στρωτό κι’υγρό απο το πούσι, | Χτυπά νταούλι γύφτικο, χασάπικο χαντζάρι. |
| Στάσου διαβάτη στησ’αύτί, στο διάβα των αιώνων, | Ζώα, μουλάρια κι’άλογα στον πάσαλο δεμένα, |
| Θ’ακούσης γέλια και κραυγές και δάκρυα των αγώνων. | Αρνιά και γουρουνόπουλα στη σούβλα περασμένα. |
| Των Δωριέων, των Λοκρών, Φιλλίππου Μακεδόνων. | Τι πείρες βρέ «γαϊδούρ» εκεί, και τόχεις τυλιγμένο. |
| Ορδών Ρωμαίων κι’Ενετών, Βυζαντινών αρχόντων. | Ρωτά ο γεροκούκουνας. Ψητό είναι για βρασμένο; |
| Ισως να δείς και όραμα πολεμιστή ατάκτου. | Εξήντα φράγκα το κιλό να φάμ’εγώ κι’οί φίλοι. |
| Πορφύρα του Απόκαυκου Δεσπότη της Ναυπάκτου. | Γιατί του λέει δεν έπαιρνες μια μπάλα απο τριφύλλι. |
| Του Πάππα πρέσβεις δυτικοί, να φθάνουν με γαλέρα. | Μην τα ξεχάστε όλ’αύτά, γιατ' είμαστε διαβάτες. |
| Σουλιώτες κι’αλλ’αρματωλοί και φουστανέλλα λέρα. | Περαστικοί κι’απρόσκλητοι στού Έπαχτου τις στράτες. |
| Πειρατικό Σαρακηνών μέσα στον κόλπο μπρίκι, | Του Μακρυγιάννη τα γραπτά του Γιάννη Βλαχογιάννη, |
| Οθωμανού κοντόκωλον αρματωσιά σαρίκι. | Τον Ήρωα τον Παξινό τον Γιώργο Ανεμογιάννη. |
| Έτούτα τα φαντάσματα πούρχονται με τα γέρα, | Πάνω στην τάπια την ψηλή τρανό χορό αρχήστε. |
| Τα ξόρκια της Ναούμενας θα τα σκορπίσουν πέρα. | Πιείτε κρασί της αντρειάς κι’αρνιά-κριάρια ψήστε. |
| Στης γής τα πέρατα που ζουν του Έπαχτου τα νιάτα. | Γρεμίστε τα μεσότειχα, τους Ανδριάντες στήστε. |
| Και έξυπνα και ζωηρά και ντόπια και φευγάτα. | Κι’όλες τις πύλες διάπλατα ορθάνοικτες αφήστε. |
| Και χίλια κάστρ’απόρθητα στο μέλλον θα κρατήστε. | |
| Αριστείδης Τσαούσης 12 -12 -1999 |
![]()
Nafpaktos.com "LLC" NY USA Copyright: 1999 - 2003